ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Από τα θερμά, αλκοολικά πορτοκαλόχρωμα κόκκινα, με τους οξειδωτικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν την παραδοσιακή γεύση, όπως τουλάχιστον διαμορφώθηκε τα τελευταία εκατό χρόνια, μέχρι τις τεχνολογικά άρτιες, κοσμοπολίτικες εκφράσεις των σύγχρονων οινοποιών, που ενθουσιάζουν τους οινοκριτικούς, οι παραλλαγές στο κρητικό κρασί είναι πολλές. Ας κάνουμε μαζί ένα ταξίδι στα αμπέλια και στα οινοποιεία του νησιού.
Από τον Α. Ν. Ανδρουλιδάκη
ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
Πόσα διαφορετικά πρόσωπα μπορεί να έχει ένας τόπος; Στην περίπτωση της Κρήτης, πολλά. Και δεν το λέω εγώ, που στο κάτω-κάτω δεν διαθέτω και το τεκμήριο της αντικειμενικότητας, το βεβαιώνουν δεκάδες περιηγητές που επισκέφτηκαν το νησί στους περασμένους αιώνες και μπήκαν στον κόπο να καταγράψουν τις εντυπώσεις τους. Το επιβεβαιώνουν έγκριτοι ερευνητές και ακόμη πιο έγκριτοι δημοσιογράφοι, που καθένας τους περιγράφει μια Κρήτη αλλιώτικη. Όπως οι εικονίτσες που είχαμε πιτσιρικάδες. Ξέρετε, εκείνες που άλλαζαν έκφραση κάθε φορά που άλλαζες οπτική γωνία. Από τον Βορρά στον Νότο, από τα παράλια στην ενδοχώρα, από τους κοσμοπολίτες ξενοδόχους στους σκληροτράχηλους κτηνοτρόφους, από τους παλιούς αστούς των Χανίων μέχρι το «νέο χρήμα» του Ηρακλείου, το νησί είναι γεμάτο αντιθέσεις και συχνά αντιφάσεις, σε όλα τα επίπεδα. Όμως φαντάζομαι πως αυτή είναι η γοητεία του και ο λόγος για τον οποίο το ερωτεύεσαι.
Από τούτο τον κανόνα, φυσικά, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει το κρασί, ένα προϊόν τόσο στενά δεμένο με την κουλτούρα, αλλά κυρίως με την καθημερινότητα των κατοίκων. Τόσο δεμένο, που πιστεύω ότι αν υπήρχαν μετρήσεις για την κατά κεφαλή κατανάλωση κρασιού ανά γεωγραφικό διαμέρισμα, οι Κρητικοί θα ήταν σίγουρα πρωταθλητές Ελλάδος και με διαφορά! Πολλά πρόσωπα και εδώ λοιπόν. Από τα θερμά, αλκοολικά πορτοκαλόχρωμα κόκκινα, με τους οξειδωτικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν την παραδοσιακή γεύση, όπως τουλάχιστον διαμορφώθηκε τα τελευταία εκατό χρόνια, μέχρι τις τεχνολογικά άρτιες, κοσμοπολίτικες εκφράσεις των σύγχρονων οινοποιών, που ενθουσιάζουν τους οινοκριτικούς, οι παραλλαγές είναι πολλές. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Τα σχεδόν 4.000 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας οιναμπέλων –πιθανότατα μάλιστα το ανατολικό τμήμα του νησιού υπήρξε η «πύλη εισόδου» τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο– αλλά και το ιδιαίτερο ανάγλυφο του εδάφους, που επηρέασε όχι μόνο την οικονομική αλλά και την κοινωνική εξέλιξη των επιμέρους περιοχών, συνιστούν δύο προφανείς λόγους.
Η πολυκύμαντη ιστορία της Κρήτης αποτυπώνεται και στη διαδρομή των κρασιών της, με κορυφαία ίσως στιγμή τους την περίοδο της Ενετικής Κυριαρχίας, που ξεπέρασε τα 400 χρόνια, από τις αρχές του 13ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα. Φυσικά, χάρη στην παραγωγή του Μαλβαζία, του διασημότερου κρασιού της εποχής, που το εμπόριό του βρισκόταν στα χέρια των Βενετσιάνων. Για την καταγωγή, τη μέθοδο παραγωγής, την ποικιλιακή σύνθεση και τα χαρακτηριστικά του, έχουν διατυπωθεί και εξακολουθούν να διατυπώνονται διαφορετικές υποθέσεις. Η ουσία είναι, πάντως, ότι η Κρήτη αποτέλεσε το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής αυτού του τύπου κρασιού, που ίσως «αντανακλάσεις» του να βρίσκουμε ακόμη στα πιο παραδοσιακά τμήματα του αμπελώνα της.
Η οθωμανική κατάκτηση περιόρισε την παραγωγή κρασιού στα όρια των μοναστηριών και της χωρικής οινοποίησης, διαμορφώνοντας συνήθειες και πρακτικές που σε έναν βαθμό επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη περιοχή της Ελλάδας με τόσο πολλούς μικροϊδιοκτήτες αμπελώνων και ερασιτέχνες οινοποιούς, που όλοι είναι περήφανοι και βέβαιοι για την εκπληκτική ποιότητα του προϊόντος τους. Τόσο, που συχνά βρίσκεσαι στο δίλημμα: Να χάσω έναν φίλο ή να ’χω… χαλασμένο στομάχι την άλλη μέρα; Προσωπικά, πάντως, κλίνω προς τη δεύτερη επιλογή! Αλλά, για να μην είμαι άδικος, πρώτον, έχω δοκιμάσει πολλά καλοφτιαγμένα «σπιτικά» κρασιά –θυμάμαι πάντα το κόκκινο του Δημήτρη Λεκάκη από τον Σοκαρά, στο νότιο Ηράκλειο– και δεύτερον, ακόμη και σ’ αυτή την κατηγορία συντελείται μια αλλαγή. Όχι ενδεχομένως όσο γρήγορη θα θέλαμε, αλλά ασφαλώς ορατή!
Εκεί όμως που τα πράγματα αλλάζουν με εντυπωσιακά γρήγορους ρυθμούς, είναι στον τομέα των τυποποιημένων κρασιών. Έστω κι αν βρίσκω υπερβολικό να μιλάμε για γενικευμένη επανάσταση του κρητικού κρασιού, καθώς ακόμη διακινούνται μεγάλες ποσότητες, αμφίβολης προέλευσης και ποιότητας, σε πλαστικά βαρέλια και δοχεία, από οινοποιεία που κινούνται στα όρια της νομιμότητας, σίγουρα μπορούμε να δούμε τις πρώτες σπίθες της. Γιατί, κακά τα ψέματα, τα 10-15 οινοποιεία, που όλοι μας θαυμάζουμε και συζητάμε τη δουλειά τους, αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής του κρητικού αμπελώνα, λειτουργώντας μεν ως ατμομηχανές, αλλά πρέπει να ακολουθήσει και το… υπόλοιπο τρένο. Ένα τρένο «φορτωμένο» με 60 ή περισσότερα εκατομμύρια λίτρα κρασί, που έρχονται από κάπου 90.000 στρέμματα αμπελώνων. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε την παραδοσιακή αντιπάθεια πολλών Κρητικών για την εξουσία και τις δηλώσεις, πιθανολογούμε ότι αυτές οι ποσότητες και οι εκτάσεις είναι μεγαλύτερες.
Να ξεκινήσουμε όμως τη μικρή μας περιήγηση, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία του ήλιου –όχι, δεν υπαινίσσομαι κάτι– και τα υπόλοιπα θα τα βρούμε… στον δρόμο.

ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
ΝΟΜΟΣ ΧΑΝΙΩΝ
Ο δυτικότερος νομός της Κρήτης, με λαμπρό –οινικό– παρελθόν, μάλλον ισχνό παρόν αλλά τουλάχιστον ελπιδοφόρο μέλλον. Οι αμπελώνες του, που σύμφωνα με εκτιμήσεις φτάνουν τα 20.000 στρέμματα, απλώνονται κυρίως κατά μήκος της βόρειας ακτής, με τους καλύτερους απ’ αυτούς να βρίσκονται στις βορινές πλαγιές των Λευκών Ορέων. Το κακό είναι πως πάνω από το 80% τους καλύπτεται από το Ρωμαίικο, μια ντόπια ποικιλία σταφυλιού, με πάρα πολλούς κλώνους και πολλά ελαττώματα, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα. Υπερπαραγωγική, όψιμη, υψηλόβαθμη, με φτωχό χρωματικό δυναμικό, αποτέλεσε τη βάση για τον δημοφιλέστατο Μαρουβά, πλην όμως δύσκολα μπορεί να δώσει κρασιά που ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις των σύγχρονων καταναλωτών. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής καταλήγει στην Ένωση Χανίων και σε μικρούς οινοποιούς που τυποποιούν σε ασκούς ή διακινούν χύμα. Πάντως, στην ευρύτερη περιοχή, χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης τα κόκκινα –τρόπος του λέγειν– κρασιά από τα χωριά των Κεραμιών, που είναι περιζήτητα για γάμους και λοιπές εκδηλώσεις!
Αν βρείτε πραγματικό Μαρουβά, όχι απ’ αυτούς που πουλάνε σε πλαστικά μπουκάλια του νερού, αξίζει να τον δοκιμάσετε, έστω για την εμπειρία. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κόκκινο κρασί, υψηλόβαθμο, με έντονα οξειδωτικό χαρακτήρα και αρώματα που παραπέμπουν ακόμη και σε… κονιάκ. Η διαδικασία παλαίωσής του θυμίζει μια πρώιμη μορφή του συστήματος solera, που χρησιμοποιείται για το ισπανικό sherry. Δηλαδή, κάθε χρόνο αφαιρούν από τα βαρέλια μια ποσότητα για κατανάλωση και την αναπληρώνουν με φρέσκο κρασί. Και αυτή η δουλειά μπορεί να επαναλαμβάνεται για χρόνια. Οπότε, στην πραγματικότητα, μόνο μια πολύ μικρή ποσότητα, η «μαγιά» ή «μάνα» έχει την ηλικία για την οποία υπερηφανεύεται ο παραγωγός. Ακόμη κι έτσι, όμως, δεν παύει να είναι ένα ξεχωριστό κρασί, που θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να αποκτήσει επίσημες προδιαγραφές, ώστε να αξιοποιηθεί εμπορικά με σωστό τρόπο. Αυτή, όμως, είναι μια άλλη συζήτηση.
Ο νομός διαθέτει μόνο δύο Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις (ΠΓΕ), τις Χανιά και Κίσσαμος. Από τα οινοποιεία του ξεχωρίζουμε:
Ασφαλώς το Κτήμα Μανουσάκη, που βρίσκεται στο χωριό Βατόλακκος, στον δρόμο για το οροπέδιο του Ομαλού, καμιά 15αριά χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης των Χανίων. Εδώ, ο Θόδωρος Μανουσάκης, Κρητικός της Αμερικής, παθιασμένος με τον τόπο καταγωγής του, «έστησε» με τη βοήθεια γάλλων ειδικών, εδαφολόγων και αμπελολόγων, έναν από τους ωραιότερους αμπελώνες της Κρήτης. Σε υψόμετρα από 350 έως 600 μέτρα φυτεύτηκαν οι «νότιες» κόκκινες ποικιλίες Syrah, Grenache Rouge και Mourvèdre, μαζί με τη λευκή Roussanne και με την οινολογική φροντίδα των Κωστή και Γιάννη Γαλάνη, δίνουν κρασιά με ισχυρή προσωπικότητα και υψηλή ποιότητα. Κάτω από την εμπορική επωνυμία Νόστος, θα συναντήσουμε το λευκό Roussanne, που παντρεύει αρμονικά το φρούτο με το ξύλο, το γεμάτο και αρωματικό ροζέ Pink, το κόκκινο Grenache, με τον ήπιο και αρωματικό χαρακτήρα, το Nostos Alexandra’s, που έχει το όνομα της κόρης του Θόδωρου, η οποία έχει αναλάβει το Κτήμα, το στιβαρό, ώριμο Νostos Manousakis και το εντυπωσιακά πολύπλοκο Syrah. Το ολοκαίνουργιο και πολύ όμορφο οινοποιείο είναι επισκέψιμο.
Στα υποσχόμενα για το μέλλον οινοποιεία, καταγράφουμε την Ανώσκελη της γνωστής επιχειρηματικής οικογένειας Μαμιδάκη, που βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό, στη διαδρομή προς Παλιόχωρα, λίγο έξω από τις Βουκολιές. Ήδη, προτείνει ένα πολύ καλοφτιαγμένο λευκό, με την ονομασία Άνω Πλαγιά, από τις ποικιλίες Ασύρτικο, Μαλαγουζιά και Βηλάνα, που καλλιεργούνται στον ιδιόκτητο αμπελώνα τους, και ένα ενδιαφέρον κόκκινο από κοσμοπολίτικες ποικιλίες του ίδιου αμπελώνα.
Λίγο πριν τις Βουκολιές, στα Ποντικιανά, θα συναντήσουμε το οινοποιείο και τους Αμπελώνες Καραβιτάκη. Δημιούργημα του έμπειρου οινολόγου Μανώλη Καραβιτάκη, προσφέρει μια αξιόπιστη σειρά προϊόντων, που στηρίζονται κυρίως στις πολυταξιδεμένες ποικιλίες σταφυλιού, τις οποίες καλλιεργεί τόσο στους ιδιόκτητους όσο και σε συνεργαζόμενους αμπελώνες.
Καλή δουλειά κάνει η οικογένεια του Ανδρέα Ντουράκη, στο οινοποιείο τους που βρίσκεται στον Αλίκαμπο, στον δρόμο για τα Σφακιά, ενώ μια επίσκεψη αξίζει το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας των Τζαγκαρόλων, στο Ακρωτήρι Χανίων, που προτείνει πιο παραδοσιακές εκδοχές κρασιών, ακόμα κι όταν προέρχονται από διεθνείς ποικιλίες.

ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
ΝΟΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Παρότι, σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις, στον νομό υπάρχουν πάνω από 3.500 κάτοχοι αμπελιών, ελάχιστοι από αυτούς διαθέτουν περισσότερα από 5 στρέμματα! Έτσι, τα περίπου 8.000 στρέμματα που βρίσκονται διάσπαρτα από τον Βορρά ως τον Νότο, χρησιμοποιούνται κυρίως στη χωρική οινοποίηση και φυσικά στην παραγωγή τσικουδιάς. Τα δύο οργανωμένα οινοποιεία που ξεκίνησαν σχετικά πρόσφατα τη λειτουργία τους, του Πέτρου Ζουμπεράκη στο χωριό Καλή Συκιά, στον δρόμο που οδηγεί από το Ρέθυμνο στα Σφακιά, και της οικογένειας Κλάδου, στο χωριό Σκεπαστή Μυλοποτάμου, στον Εθνικό δρόμο προς Ηράκλειο, απευθύνονται στην τοπική αγορά. Από το 2011, έχει αναγνωριστεί η Ρέθυμνο ΠΓΕ, που πρακτικά καλύπτει όλους τους αμπελώνες του νομού.

ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

ΝΟΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή αν λέγαμε πως εδώ χτυπάει η οινική καρδιά της Κρήτης, καθώς υπολογίζεται ότι οι αμπελώνες που βρίσκονται μέσα στα όρια του νομού μπορεί να πλησιάζουν τα 60.000 στρέμματα. Και μιλάμε φυσικά για οινάμπελα, γιατί αν υπολογίσουμε τη Σουλτανίνα, που προορίζεται για σταφίδα, τότε οι εκτάσεις πολλαπλασιάζονται. Βέβαια, αυτή η καρδιά για πολλά χρόνια λειτουργούσε με σχεδόν παθολογικά αργούς ρυθμούς, για λόγους που δεν έχει νόημα να συζητάμε πια, παρά μόνο για να αποφύγουμε τα ίδια σφάλματα στο μέλλον.
Δεν είναι όμως μόνο η μεγάλη έκταση των αμπελώνων, ούτε οι πέντε, παρακαλώ, Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης (ΠΟΠ), που έχουν αναγνωριστεί στον νομό και πρακτικά πλέον καλύπτουν τη μεγαλύτερη έκτασή του, από τις βόρειες μέχρι τις νότιες ακτές. Πάνω απ’ όλα είναι η καινούργια γενιά ιδιωτών οινοπαραγωγών, που επένδυσαν σε αμπελώνες και εγκαταστάσεις, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την παραγωγή κρασιών υψηλής ποιότητας. Θα έλεγα ότι από τα περίπου τριάντα οινοποιεία, τουλάχιστον τα μισά κινούνται σ’ αυτή την κατεύθυνση, λειτουργώντας ως ατμομηχανές και για τα υπόλοιπα.
Αν θέλαμε, με χοντρές γραμμές, να «σχεδιάσουμε» τους βασικούς χαρακτήρες των κρασιών που θα συναντήσουμε στο Ηράκλειο, θα τα χωρίζαμε σε δύο μεγάλες ομάδες. Πρώτα όσα χρησιμοποιούν μία από τις πέντε ΠΟΠ, που σημαίνει ότι υποχρεωτικά ακολουθούν τις σχετικές προδιαγραφές τους. Πιο αναλυτικά: Η Αρχάνες ΠΟΠ δικαιούται να παράγει –αν και έχω πολύ καιρό να δω εμφιαλωμένες εκδοχές– μόνο κόκκινα κρασιά, από συνοινοποίηση σταφυλιών των ποικιλιών Κοτσιφάλι και Μαντηλάρι, που προέρχονται από μια ζώνη γύρω από την ομώνυμη κοινότητα. Η Πεζά ΠΟΠ περιλαμβάνει τόσο λευκά ξηρά κρασιά από την παλιά κρητική ποικιλία Βηλάνα όσο και ξηρά κόκκινα, από τον ίδιο συνδυασμό ποικιλιών όπως η Αρχάνες, από μια ζώνη που βρίσκεται όμως λίγο ανατολικότερα. Η Δαφνές ΠΟΠ, που εκτείνεται στις ανατολικές απολήξεις του Ψηλορείτη, καλύπτει μόνο κόκκινα κρασιά, ξηρά ή γλυκά, από την επίσης πολύ παλιά ποικιλία Λιάτικο. Η Χάνδακας-Candia ΠΟΠ, που αναγνωρίστηκε μόλις το 2011 και γεωγραφικά επικαλύπτει τις άλλες τρεις, μπορεί να παράγει τόσο λευκά ξηρά κρασιά με βάση την ποικιλία Βηλάνα, με προαιρετική συμμετοχή των ποικιλιών Βιδιανό, Ασύρτικο, Αθήρι και Θραψαθήρι, μέχρι ποσοστό 15%, όσο και κόκκινα ξηρά, από συνοινοποίηση των ποικιλιών Κοτσιφάλι-Μανδηλάρι, σε αναλογία 70/30! Τέλος, η Malvasia Χάνδακας-Candia ΠΟΠ, που παραπέμπει φυσικά στον παλιό Μαλβαζία, καλύπτει μόνο διάφορους τύπους γλυκών κρασιών από Ασύρτικο, Αθήρι, Βιδιανό, Θραψαθήρι, Λιάτικο (με λευκή οινοποίηση), Μοσχάτο Σπίνας και Malvasia di Candia.
Αν όλα τούτα σάς φαίνονται υπερβολικά περίπλοκα, κρατήστε μόνο πως η Βηλάνα, στις καλύτερες εκφράσεις της, δίνει λευκά με λεπτά αρώματα και ευχάριστη οξύτητα, το Κοτσιφάλι αρωματικά, θερμά και μαλακά κόκκινα, το Μαντηλάρι –η γνωστή αιγαιοπελαγίτικη Μανδηλαριά– χαρακτηρίζεται από τις σφιχτές τανίνες και την οξύτητα, ενώ τέλος το Λιάτικο μας δίνει υψηλόβαθμα, ανοιχτόχρωμα, σχεδόν πορτοκαλί στις πιο παραδοσιακές οινοποιήσεις, κρασιά, με καλό αρωματικό δυναμικό και πολύ ήπιες τανίνες.
Άλλωστε, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεύτερη ομάδα, που κινείται εκτός των Ονομασιών Προέλευσης, αξιοποιώντας τόσο διεθνείς όσο και ξεχασμένες ντόπιες ποικιλίες σταφυλιού και επιτρέποντας στους οινοποιούς να εκφράσουν το όραμα, τους πειραματισμούς και τη γνώση τους. Γιατί αν περιμέναμε από την πρώτη ομάδα, το Βιδιανό, το ανερχόμενο αστέρι του κρητικού αμπελώνα, θα «φυτοζωούσε» κάπου στα ορεινά του Ρεθύμνου! Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, μερικούς από τους σημαντικότερους –δεν εννοώ σε όγκους– οινοπαραγωγούς του νομού, με μια φανταστική περιήγηση, που, αν βρεθείτε στο νησί, μπορεί να γίνει και πραγματική.
ΟΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Μια και ερχόμαστε από το Ρέθυμνο, θα ξεκινήσουμε από το οινοποιείο Δουλουφάκη, στις Δαφνές, που απέχει λιγότερα από 20 χλμ. από την πόλη του Ηρακλείου, με νότια κατεύθυνση. Ο οινολόγος Νίκος Δουλουφάκης, σπουδασμένος στην Ιταλία, συνεχίζει από το 1995 την αμπελουργική και οινοποιητική παράδοση της οικογένειάς του, δουλεύοντας τόσο με τις παραδοσιακές ποικιλίες της περιοχής όσο και με διεθνείς, μερικές από τις οποίες, όπως το Sangiovese, δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στον τόπο. Ξανάβαλε στον οινικό χάρτη τη Δαφνές ΠΟΠ, με τον εξαιρετικό κόκκινο Δάφνιο και πρωτοστάτησε στην αναβίωση του Βιδιανού, καθώς μάλλον ήταν ο πρώτος που εμφιάλωσε κρασί μόνο απ’ αυτή την ποικιλία. Μέχρι σήμερα, τόσο το λευκό Δάφνιος, από Βιδιανό δεξαμενής, όσο και το λευκό Άσπρος Λαγός, από Βιδιανό που ζυμώθηκε και ωρίμασε σε βαρέλι, παραμένουν σημεία αναφοράς. Όπως σημείο αναφοράς αποτελεί το «τρίο» –λευκό, ροζέ και κόκκινο– της Enotria, για τη σχέση τιμής - ποιότητας. Θα ήταν, όμως, αδικία και παράλειψη να αγνοήσουμε τις κόκκινες ετικέτες του οινοποιείου, όπως το νεοφερμένο Alargo από Syrah, το Sangiovese ή τον δημοφιλή Άσπρο Λαγό στην… κόκκινη εκδοχή του από Cabernet Sauvignon. Και φυσικά δεν θα φύγουμε αν δεν δοκιμάσουμε τα δύο γλυκά κρασιά, το λευκό από Malvasia di Candia και το κόκκινο από Λιάτικο.  
Δυο-τρία χιλιόμετρα πιο μακριά, στο μικρό χωριό Σίβα, θα συναντήσουμε το οινοποιείο της οικογένειας Δασκαλάκη, που άρχισε πριν από λίγα χρόνια να εμφιαλώνει τους καρπούς του ιδιόκτητου αμπελώνα της. Χωρίς να περιφρονούμε τις ετικέτες στις σειρές Βορινός και Ψίθυρος, θέλουμε να ξαναδοκιμάσουμε το πλούσιο λευκό Ένστικτο από τον ασυνήθιστο συνδυασμό Chardonnay και Βιδιανού και το θερμό κόκκινο από Syrah και Κοτσιφάλι. Στο επόμενο οινοποιείο, της οικογένειας Διαμαντάκη στους Κάτω Ασίτες, θα σταθούμε λίγο παραπάνω. Όχι γιατί έχει πολλά κρασιά να δοκιμάσουμε, μόλις τέσσερα, αλλά γιατί μας αρέσουν οι σεμνοί άνθρωποι που είναι δεμένοι με τη γη τους! Μπορεί το λευκό Prinos να είναι πιο αρωματικό και ήπιο για τα γούστα μου, όμως το Βιδιανό τους είναι από τα καλύτερα που έχω δοκιμάσει. Στα κόκκινα, πάλι, δυσκολεύομαι να διαλέξω ανάμεσα στο φρέσκο, εκφραστικό και θερμό Syrah του Prinos και στη συμπαγή, πυκνή και νευρική στη νεότητά της, Διαμαντόπετρα, που παντρεύει το Syrah με το Μαντηλάρι.
Αν συνεχίσουμε νότια, στον επαρχιακό δρόμο προς Μοίρες, θα συναντήσουμε το χωριό Πλουτή και το κτήμα Ζαχαριουδάκη. Ένας αμπελώνας 200 στρεμμάτων, φυτεμένος σε «πεζούλες» στις απότομες πλαγιές ενός λόφου, περιβάλλει το σύγχρονο οινοποιείο, με τους εξαιρετικούς χώρους φιλοξενίας. Από τις ετικέτες του ξεχωρίζουμε το έντονο λευκό Ορθή Πέτρα, που «πατάει» στο Sauvignon Blanc και το Βιδιανό, αλλά και το κόκκινο ταίρι του, που στηρίζεται στον πετυχημένο συνδυασμό του Syrah με το Κοτσιφάλι.
Από την Πλουτή, θα κατευθυνθούμε ανατολικά, ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο προς Βιάννο και Ιεράπετρα, για να βρεθούμε στο νοτιότερο οινοποιείο της Ευρώπης! Στα Καστελιανά, στις βόρειες πλαγιές των Αστερουσίων, τα αδέλφια Στραταριδάκη, γεωπόνοι και οι δύο, αξιοποιώντας τη γνώση τους και την παραγωγή του οικογενειακού τους αμπελώνα, προτείνουν μια ενδιαφέρουσα συλλογή κρασιών απ’ όπου ξεχωρίζουμε το αρωματικό λευκό Μοσχάτο Σπίνας και το πληθωρικό κόκκινο Cabernet-Κοτσιφάλι, ενώ εξαιρετική στην κατηγορία της είναι η πρότασή τους σε ασκό, λευκό και κόκκινο, με την ονομασία ο Ασκός του Νότου!
Η άλλη διαδρομή, κινείται επίσης νότια, αλλά περνάει από τις μεγάλες αμπελουργικές ζώνες των Αρχανών και των Πεζών. Εδώ, σε αποστάσεις που κυμαίνονται από μερικές εκατοντάδες μέτρα μέχρι λίγα χιλιόμετρα, θα βρούμε: Το οινοποιείο και τον αμπελώνα της εταιρείας Μπουτάρης Οινοποιητική, στο Σκαλάνι, το γνωστό Φανταξομέτοχο. Το εντυπωσιακό επισκέψιμο οινοποιείο υποστηρίζει την παραγωγή των δημοφιλών Κρητικών Τοπικών της εταιρείας και υπογράφει επίσης το Λευκό Φανταξομέτοχο και το κόκκινο Σκαλάνι, μαζί με το κόκκινο γλυκό Ιουλιάτικο.
Στους Κουνάβους, μας περιμένει το επισκέψιμο οινοποιείο της Mediterra, που άλλαξε εντυπωσιακά, μετά την εξαγορά του από τον όμιλο του επιχειρηματία Δημήτρη Κοντομηνά. Ο υπερσύγχρονος εξοπλισμός του επιτρέπει την παραγωγή μιας μεγάλης σειράς προϊόντων, που τιμούν την κατηγορία τους. Κορυφαία δείγματα της δουλειάς του η λευκή Ξερολιθιά, που αναδεικνύει τις δυνατότητες της ενδεχομένως παρεξηγημένης Βηλάνας και η κόκκινη Μυράμπελος, από τον κλασικό συνδυασμό Κοτσιφάλι-Μαντηλάρι.
Το ορεινό Χουδέτσι διάλεξε πριν από μερικά χρόνια ο οινολόγος Μηνάς Ταμιωλάκης για να εγκαταστήσει τον αμπελώνα και το οινοποιείο του, που πια έχουν περάσει στην ευθύνη της επόμενης γενιάς. Και μόνο το κτίριο και η τοποθεσία αξίζουν την επίσκεψη, οπότε η δοκιμή των κρασιών λειτουργεί ως επιπλέον κίνητρο! Μας αρέσουν πολύ ο λευκός Αχινός, από Sauvignon Blanc, ο επίσης λευκός Skipper, από τις ντόπιες ποικιλίες Βιδιανό και Πλυτό, το μεστό ροζέ Πρόφαση και το πολύπλοκο κόκκινο Έκτη Αίσθηση.
Το όνομα του οινοποιείου Λυραράκη έχει συνδεθεί με την προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης των ξεχασμένων ποικιλιών του κρητικού αμπελώνα. Αν μη τι άλλο, του χρωστάμε το Πλυτό και το Δαφνί. Αγαπάμε ιδιαίτερα τη σειρά των μονοποικιλιακών κρασιών του, για τον τρόπο που αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της κάθε ποικιλίας. Αν δοκιμάσετε το λευκό Θραψαθήρι, για παράδειγμα, θα με καταλάβετε!
Ακόμη νοτιότερα, στο Μεταξοχώρι, κοντά στο ιστορικό μοναστήρι του Επανωσήφη, το Κτήμα Μιχαλάκη έχει ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια στροφής στην ποιότητα. Στα ατού του, το καινούργιο οινοποιείο και οι αμπελώνες του που κάποτε ανήκαν στο γειτονικό μοναστήρι! Στροφή, και μάλιστα εντυπωσιακή, έκανε πριν από λίγα χρόνια και το μεγαλύτερο ιδιωτικό οινοποιείο της Κρήτης, παρουσιάζοντας τα πρώτα εμφιαλωμένα κρασιά του. Δημιούργημα του οινολόγου Στέλιου Αλεξάκη, που πλέον έχει τη βοήθεια των επίσης οινολόγων γιων του, τροφοδότησε με πρώτη ύλη τις μεγαλύτερες οινοποιίες, πριν αποφασίσει να υπογράψει τις δικές του ετικέτες. Μας άρεσε ιδιαίτερα το λευκό Χάνδακας ΠΟΠ, μια από τις πρώτες εμφιαλώσεις αυτής της Ονομασίας, αλλά και το Βιδιανό!

Οινική περιήγηση στην Κρήτη
ΝΟΜΟΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
Οι αμπελώνες, κάπου 10.000 στρέμματα, βρίσκονται συγκεντρωμένοι στο ανατολικότερο τμήμα του νομού, στην επαρχία Σητείας, που σχεδόν ολόκληρη καλύπτεται από την ομώνυμη Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης. Το Λιάτικο, που πιθανόν κατάγεται από εδώ, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του ξηρού κόκκινου Σητεία ΠΟΠ, με την προσθήκη μέχρι 20% Μανδηλαριάς, ενώ η Βηλάνα αντίστοιχα του λευκού, με την προσθήκη 30% της ποικιλίας Θραψαθήρι. Για τα κόκκινα γλυκά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο Λιάτικο, ενώ για την Ονομασία Malvasia Σητείας, η νομοθεσία είναι ίδια με αυτή του Χάνδακα. Δυστυχώς, τόσο η Μονή Τοπλού όσο και το οινοποιείο Οικονόμου, στο οροπέδιο της Ζήρου, έχουν τόσο μικρές παραγωγές, ώστε τα μόνα εμπορικά διαθέσιμα δείγματα είναι του Συνεταιρισμού της Σητείας, που μάλλον δεν είναι τα… καλύτερα. Αντίθετα, η τσικουδιά Varvaki, επίσης του Συνεταιρισμού, είναι ίσως η καλύτερη που μπορεί να δοκιμάσετε στην Κρήτη!


Από τον Α. Ν. Ανδρουλιδάκη


Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 15 (Ιούλιος-Αύγουστος 2014)




ΤΑΞΙΔΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ